Wednesday, September 5, 2007














«Κι αυτό το λες εσύ γυναίκα;» και γελώντας τράβηξε την πετσέτα που πάνω της ο Πάμπλο σκίτσαρε τη Λόλα και την περιέφερε σ’ όλο το μαγαζί.

«Λόλα, τα βαριά σου στήθη είναι τετράγωνα!» είπε και κρεμώντας την πετσέτα σαν φερετζέ μπροστά από το στόμα του χίμηξε προς την γυναικοκρατούμενη γαλαρία. «Μαρί, τα τορνευτά σου πισινά είναι κύβοι! Και σένα Νίνα, οι ευκλείδειοι γοφοί σου είναι κύβοι! Όλες έτσι σας βλέπει ο Πάμπλο κυρίες μου!»

«Αχ Μόντι, σε θέλω! Σε θέλω τώρα!» ακούστηκε μια ξαναμμένη φωνή από την γαλαρία και κείνος στράφηκε προς το μέρος της με επιτηδευμένη απορία.

«Δεν μπορώ γλυκιά μου! Πραγματικά αδυνατώ! Μου ζητάς να τετραγωνίσω τον κύκλο μου!» κι έδειξε τα αχαμνά του.

Ο Πάμπλο τινάχτηκε πάνω και μαζί του παρέσυρε και το τραπέζι με ότι είχε πάνω του.

«Βούλωστο! Ζωγράφε των τυφλών! Βούλωστο!» είπε και σήκωσε με το ζόρι την Λόλα που κάθονταν αντίκρυ του, κόβοντάς της το γέλιο. Χουφτώνοντας με το δεξί του χέρι τα στήθη της και σφαλίζοντας με το αριστερό τα μάτια της την έστρεψε προς τον Μόντι και τη γαλαρία.

Κοιτάζοντας προς το μέρος τους φώναζε μέσα στ’ αυτί της:

«Τα στήθια σου είναι ολοστρόγγυλα Λόλα! Μα αν στα ζωγράφιζε ο Μόντι δεν θα τα ‘βλεπες γιατί θα ‘σουν τυφλή!» ούρλιαζε. «Και τον κώλο σου παχύ και ολοστρόγγυλο θα στον έκανε μα εσύ δόλια δεν θα μπορούσες να τον δεις!»

«Γαμήσου Πάμπλο! Άφησέ την. Την πονάς!» ακούστηκε από την γαλαρία.

Βγάζοντας μιαν άναρθρη κραυγή τη δάγκωσε στο λαιμό και την ελευθέρωσε σπρώχνοντας την με δύναμη προς το μέρος τους.

Ο Μόντι γονάτισε στο πάτωμα και πήρε την Λόρα που έκλαιγε στην αγκαλιά του.

«Είσαι αστείος Πάμπλο. Πραγματικά αστείος…» του είπε βλέποντάς τον να κάθεται βαριά στο τραπέζι. «Ζωγραφίζω ότι βλέπω φίλε μου…» συνέχισε, οδηγώντας τη Λόλα προς τις φίλες της στη γαλαρία. «Δεν έχω δει ακόμα καμιά ψυχή κατάματα…» είπε ξαναγυρίζοντας προς το μέρος του Πάμπλο «...μα σου υπόσχομαι πως αν ποτέ έρθει εκείνη η ώρα, θα τη ζωγραφίσω μπροστά σου…» κι αφού πέταξε την πετσέτα με το σχέδιο του Πάμπλο πάνω στο τραπέζι κάθισε κι αυτός βαριά απέναντί του.

«Ώρες-ώρες νιώθω ότι με μισείς» ψιθύρισε ο Πάμπλο.

Ο Μόντι χαμογέλασε. «Όχι εσένα φίλε μου…όχι εσένα…Θέλω κρασί…»

«Μαγαζί!» φώναξε ο Πάμπλο και πήγα κοντά.

«Πόσα μπουκάλια αγοράζει αυτό το σκίτσο;» με ρώτησε δείχνοντάς μου την πετσέτα.

«Αν μου το υπογράψεις πολλά» του αποκρίθηκα.

«Κρασί σου ζήτησα μπάσταρδε. Όχι το μαγαζί σου όλο!». Μου πέταξε την πετσέτα μέσα στο δίσκο. «Πάρτο και φέρε μας δυο μπουκάλια.»

«Αυτό μισώ Πάμπλο…αυτό…» του ‘πε ο Μόντι καθώς γυρνούσα την πλάτη μου.

«Δεν το μισείς. Το ζηλεύεις…»

Δεν πρόφτασα να φτάσω στον πάγκο μου όταν άκουσα το καμπάνισμα της εξώπορτας που άνοιξε. Γύρισα και είδα ένα τσούρμο φοιτητριούλες να μπαίνει -η Ζαν και οι φίλες της.

Από ένστικτό κοίταξα τον Μόντι. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στη μικρή Ζαν.

«Πάμπλο…ήρθε η ώρα…μολύβι…» ψέλλισε.

Έσιαξα την πετσέτα πάνω στην τάβλα και χαμογέλασα…


7 comments:

ion said...

Απόλαυση το cafe σήμερα..
κερνάω αψέντι και μολύβια.

elafini said...

κάθομαι ήδη σε μια γωνιά πίνονας το αψέντι μου, και στέλνοντας τετράγωνα δαχτυλίδια καπνού στον Πάμπλο..μ'αρέσει εδώ..

Helel Ben Sahar said...

Ομόρφυνε το μαγαζάκι μας βλέπω..
Κυρά μου άγνωστη κόπιασε και θα σου φέρω την πιο στεγνή μου ζάχαρη να κάψεις στο αψέντι σου..Μόνο να χαρείς..πρόσεχε με τον Πάμπλο..

Εσυ ντίβα μου κέρνα όσα θες..Μόνο μη με ξαναστήσεις στη βάρδια..Δεν αντέχω μονάχος μου δω μέσα..φοβάμαι..

ion said...
This comment has been removed by the author.
ion said...

Δίπλα σου είμαι απο ώρα.
Σε κοιτάζω ανάμεσα στις σκιές προσφέρεις ζάλη και ιδρώτα..

Helel Ben Sahar said...

Ότι έχει κανείς ντίβα μου δίνει..

"Γερνάω μαμά.."

Και γίνομαι βράχος ψηλός κι απρόσιτος..
Αλμύρα κι ίλλιγγος..
Ιδρώτας και ζάλη..
Χαρακιά..
Ρυτίδα..
Σμακ λέμε..

Hanna said...

με έναν ήρωα σε κάθε σου δάχτυλο ξεγελάς. τάχα κινείς τα σχοινιά τους σσσ..δεν είναι σχοινιά..
είναι σίδερα που σε κουνάνε αυτά.