Showing posts with label "ΑΣΙΜΟΣ". Show all posts
Showing posts with label "ΑΣΙΜΟΣ". Show all posts

Tuesday, September 11, 2007

Κείνο τ’ απόγεμα δε ξέρω πόσες φορές άκουσα τ’ όνομα «Σαλονίκη».

Αργότερα κατάλαβα –απ’ αυτά που 'πιασαν οι κεραίες μου- πως ήταν φοιτητές εκεί, στο μαθηματικό τ’ ομορφόπαιδο, στη φιλοσοφική ο μαλλιάς.

Τυχαία, βρεθήκανε εδώ. Κοιταχτήκανε πρώτα κάμποση ώρα μέχρι ο μαλλιάς να το πάρει απόφαση και να μιλήσει. «Που σε ξέρω ρε καλόπαιδο;» τον ρώτησε και ο μορφονιός τον κοίταξε μέσα απ’ το πέπλο του καπνού που υψώνονταν νωχελικά απ’ το μισάνοιχτο στόμα του και του ‘νεψε να καθίσει.

«Παύλος».
«Νικόλας» («Όχι Νίκος ή Νικόλαος. Νικόλας..» του τόνισε ο μαλλιάς).

Επί μία ώρα κράζανε σχολές, καθηγητές, πρυτάνεις.
«Νούμερα» έλεγε ο ένας, «τελείες» ο άλλος.
«Μηδενικά ρε», «και παύλες ρε» κι έτσι πήγαινε η δουλειά.

Πίνανε και καπνίζανε, γελάγανε και βρίζανε και γρατζουνάγανε πότε ο ένας και πότε ο άλλος την κιθάρα που κουβαλούσε ο μορφονιός..

Κάποια στιγμή ο μαλλιάς τον πήρε μονότερμα και μεθυσμένος άρχισε να του μιλάει για τη μεγάλη του «καύλα» -όπως τη χαρακτήρισε.

«Θεατρίνος θέλω να γίνω ρε Παύλο..»
«Και που το πρόβλημα ρε;» του απάντησε. «Γεννημένοι θεατρίνοι είμαστε. Κομπλέ και με δίπλωμα..»
«Όχι τέτοιος ρε! Όχι τέτοιος.. Θεατρίνος είναι άλλο.. αυτό που λες εσύ, είναι,‘τρία ναι κι ένα γάμησέ τα’..»

Ο Παύλος χαμογέλασε. «Που πάει να πει;»

«Πάει να πει, είμαι εγώ τώρα και μου μιλάς αλλά δε σ’ ακούω. Σ’ έχω γραμμένο στα παπάρια μου και δε σ’ ακούω αλλά κάνω ότι σ’ ακούω και μάλιστα με προσοχή.»

«Και μετά;»

«Ζαχάρωσες μωρή κουφάλα, έτσι; Αφού το’ χω σου λέω.. Μετά λοιπόν, αφού δεν ακούω τι μου λες σου αμολάω το πρώτο ‘ναι’. Όσο προχωράει, στη μέση κάπου, σου πετάω και το δεύτερο ‘ναι ε;’ με περισσότερο ενδιαφέρον τώρα, το 'πιασες; Ε, μετά σου λέω προς το τέλος και το τρίτο ‘ναι’ κι όταν τελειώσεις, επιτέλους, κουνάω σκυθρωπός το κεφάλι –να έτσι- και σου λέω αναστενάζοντας ‘γάμησέ τα’. Τρία ναι κι ένα γάμησέ τα. Πάπαλα..»

Το γέλιο τους ακόμα αντηχεί στο μυαλό μου.. Ακόμα..

Πλήρωσε ο Παύλος. Ο Νικόλας αμόλησε πάνω στο τραπέζι φραγκοδίφραγκα επιμένοντας να πληρώσει για την πάρτη του. «Ξεκόλλα ρε!» του ‘πε ο Παύλος και του άρπαξε τα χέρια. Στην Αθήνα θα τα βάλεις εσύ..»

«Με λάβωσες ρε καλόπαιδο.. Μπορώ να κάνω κάτι για σένα εδώ;»
«Ναι ρε, μπορείς. Κι εδώ και παντού. Να μ’ αγαπάς..»
«Ντάξει, ρε μπαγάσα..»


Με το Γιώργο τον Κρίτσο και το Θανάση τον Μπα στη Λόντου..